Ηώ Αγγελή

Τετελεσμένος Μέλλοντας 3 - 28 Νοεμβρίου 2009

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ – ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ:
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΗΩΣ ΑΓΓΕΛΗ

Η Ηώ Αγγελή ζωγραφίζει τις γυναίκες της σχεδόν όπως ένα μικρό κορίτσι στολίζει τις κούκλες του. Τις ντύνει, τις τοποθετεί, τις καμαρώνει σαν μια μικρή μητέρα, και τις έχει πάντα έννοια, έστω κι από μακριά, όταν της φεύγουν για να πάνε στα νέα τους σπίτια.

Τα ρούχα τους, ζωγραφισμένα με πινελιές ρευστές ή σβησμένες, κι από την ίδια στόφα με τους αγρούς ολόγυρά τους, κάποιες φορές δείχνουν ολοφάνερα την άρρηκτη σχέση των γυναικών αυτών με ένα ζωγραφικό φόντο-φύση μέσα στο οποίο σχεδόν χάνονται ή μέσα από το οποίο μόλις αναδύονται. Συχνότερα, όμως, οι γυναίκες εμφανίζονται σαν ένθετες στο φόντο αυτό, σχεδιασμένες με πινελιές αδρές και με σαφείς σιλουέτες, φέροντας απλώς τα σημάδια της καταγωγής τους από ένα περιβάλλον το οποίο τούς είναι ήδη μακρινό.

Στην άκρη του αστικού αλλά και του φυσικού τοπίου, αυτές οι γυναίκες-κορίτσια μοιάζει να μας παρουσιάζουν στωικά τον απόηχο της ιστορίας τους, που διαδραματίστηκε ερήμην τους. Άλλοτε κοιτούν κατάματα τον κόσμο έξω από τον κόσμο τους, κι άλλοτε μοιάζει να μας αγνοούν, θεατές της ταινίας του πεπρωμένου τους, που γυρίστηκε από κάποιον άλλο.

Φιγούρες στιβαρές και συγχρόνως ντελικάτες, σαν μεγάλες κούκλες μπροστά σε ένα κουκλόσπιτο που δεν τις χωράει πια, καθισμένες ή όρθιες, μετωπικά ή ελαφρά πλάγια, αλλά σχεδόν πάντα στην κάτω δεξιά ή αριστερή άκρη της εικόνας, ζουν, φαινομενικά, μέσα στη φύση, που –όσο τους επιτράπηκε– επέλεξαν.

Η πόλη όμως είναι εκεί, στα σύνορα, σε έναν καμπυλωτό ορίζοντα, σαν μια πολύχρωμη κορυφογραμμή που ορίζει πάντα την πάνω μεριά του πίνακα και έχει αφήσει καθαρά τα ίχνη της στα φλεγόμενα οδοφράγματα μιας διαδήλωσης, σε ένα ξεχασμένο κάθισμα γραφείου, στα απομεινάρια κάποιας παιδικής χαράς, στις πάνινες καρέκλες μιας αστικής ζωής, που πάνω τους οι γυναίκες αυτές κάθονται, περιμένοντας – τι; Καθεμιά τους, με το δικό της γνώρισμα-αντικείμενο, είναι η πρωταγωνίστρια μιας ιστορίας που γρήγορα φανερώνει πως δεν πρόκειται για παραμύθι: μια κατσίκα-σκήπτρο ενός χορταρένιου βασίλειου, μια φραγκοσυκιά-βουβή φίλη, ένα ζευγάρι τραμπάλες-παιχνίδια που δεν παίχτηκαν στην ώρα τους, ένας καναπές-σωτήριο παρτέρι, μια πετονιά-νήμα της ζωής, ένα ροζ κουνέλι-πένθος για τη χαμένη τρυφερότητα.

Υπάρχει παντού σε όλα αυτά μια μεγάλη αγάπη της Ηώς Αγγελή για τα μικρά αινιγματικά σύμβολα, που αποτελούν συγχρόνως δυνατά οπτικά σημεία εισόδου στις εικόνες της (μαύρα πουλιά, αυτιά μίκυ μάους, γυάλες με χρυσόψαρα, κόκκινα μαλλιά), αλλά και για τους τίτλους των έργων της, καθώς και για τις ίδιες τις λέξεις.

Αν εδώ ο κίνδυνος έρχεται ντυμένος την ίδια αγάπη που μας προκαλεί να αναρωτηθούμε ποια να’ ναι άραγε η ιστορία των γυναικών αυτών που μας διαφεύγει, τότε να σώσουν την Ηώ καταφθάνουν οι λιμνοθάλασσες των χρωμάτων της και τα λιβάδια των περίτεχνων πινελιών της, και ξεχύνονται αχόρταγα στον καμβά να πανηγυρίσουν τη χαρά τής ζωγραφικής. Στρόβιλοι πράσινης μπογιάς εισβάλλουν στα έπιπλα των κλειστοφοβικών δωματίων και τα μεταμορφώνουν σε ανοιξιάτικες γραμμές-χωράφια, καταλύοντας την έννοια του μέσα και του έξω. Ελάχιστες καταχνιές με πυρακτωμένα κίτρινα και κόκκινα γίνονται λαμπερά φώτα της ανάμνησης μιας νυχτερινής πόλης. Πυραμίδες-παλέτες υποδύονται τις σκηνές ενός καταυλισμού και μεταϊμπρεσιονιστικές μνήμες διώχνουν το μαύρο από τις σκιές των φυλλωμάτων και τα καλοσχεδιασμένα γυναικεία κορμιά. Στριφογυριστά σχέδια και σύννεφα χρώματος λουλουδιάζουν τα κεφάλια των γυναικών και τα καθίσματά τους, και ατόφιες χρωματικές ζώνες σηματοδοτούν την απόσταση σε περιοχές όπου ακόμα και οι δυνατές διαγώνιοι δεν δηλώνουν το βάθος αλλά επιβεβαιώνουν τη δύναμη μιας πολύβουης ζωγραφικής εικόνας που παρ’όλα αυτά επιθυμεί να ιδωθεί με τον τρόπο των παιδιών – από πάνω προς τα κάτω, όχι με το μυαλό αλλά με τα μάτια.

Η Ηώ Αγγελή είναι περήφανη για τις γιρλάντες των ασύμμετρων κτιρίων της που λαμπυρίζουν στις πάνω άκρες των έργων αυτών, αλλά η ονειρική χλωρίδα, κάτω χαμηλά, είναι ο τόπος όπου οι γυναίκες της θα ζήσουν πλέον. Χωρίς την αναμέτρηση με τις μακρινές πολυκατοικίες, η θέα των λουλουδιών θα ήταν μόνο η υπέροχη επιφάνεια ενός παλιού τοίχου. Και χωρίς την ολάνθιστη γη, τα εργοστάσια δεν θα παρέμεναν αθώα. Η πόλη και η φύση μάλλον δεν θα συναντηθούν ξανά πια. Όμως οι θηλυκές φιγούρες που βρέθηκαν ανάμεσά τους συμφιλίωσαν τα όρια και έφεραν μια σιωπηλή αλλά βέβαιη ομορφιά.

Ελισάβετ Πλέσσα

 
Στα περιβόλια
λάδι σε καμβά, 130 x 140 cm, 2009