|
Οι ίσκιοι είναι η πατρίδα των μορφών. Ζωγραφική μέσα στη ζωγραφική, έλεγε ο Schelling. Δηλαδή, ό,τι είναι η Φύση για το Πνεύμα – το ενστικτώδες και δίχως συνείδηση εαυτού για εκείνο που καταφάσκει τον εαυτό του στην αυτοσυνειδησία. Όπως η «αλήθεια» τής συνείδησης είναι πάντοτε μισό ψέμμα, η ευκρίνεια της μορφής είναι οιονεί ψευδαίσθηση χωρίς το αρνητικό της, τη σκιά. Εκείνο που τη συνδέει με το ά-μορφο από το οποίο πηγάζει: τη Μητέρα-ύλη. Μόνον όσοι αγάπησαν τη σκιά μπόρεσαν να λύσουν ικανοποιητικά το μυστήριο του φωτός, να δουν καθαρά ότι δίχως το αρνητικό του είναι καθαρή βία. Η μορφή, έξω από την αόριστη επικράτεια που τη χωρίζει από ––και την γεφυρώνει με–– το μαγματώδες τής απαρχής της, είναι φυλακή για τη ζωή. Και η σκιά είναι η επικράτεια του «ανάμεσα» και του «διαμέσου», η προϊστορία τής μορφής και η ρίζα της στον κόσμο. Σε αυτή τη σχολή μαθήτευσαν ο ρομαντισμός και ο εξπρεσιονισμός, μαθήτευσε ολόκληρος ο εικοστός αιώνας που σπούδασε όλα τα επίπεδα και τις διαβαθμίσεις του σκότους, αναλαμβάνοντας την πιο δύσκολη αποστολή: να το εξαγνίσει αποκαθιστώντας το στην πρωτεϊκή του αθωότητα. Ποιος είναι εκείνος, λοιπόν, που δεν σκιάζεται τους ίσκιους; Ποιος βλέπει μέσα τους τη σκοτεινή λάμψη τής αφετηριακής παρουσίας εκείνου που είναι, διαβάζοντας στη σκιά την ίδια τη διαδρομή που οδηγεί από τη μορφή στην άλλη μορφή; Εκεί και ο άνθρωπος ξανακερδίζει την τέχνη των μαγικών του μεταμορφώσεων: να γίνεται πλάτανος, νερό, τσαλαπετεινός και βουνοπλαγιά. Οι τέχνες ασφυκτιούν στον ιδιωτικό τους αυλόγυρο και εκχωρούν η μία στην άλλη τους τρόπους τους, όπως τα επίπεδα και οι τάξεις των όντων – πελεκάμε χρώματα και απλώνουμε στο τελάρο ακατέργαστους όγκους. Η σκιά του ανθρώπου είναι η πατρίδα του. Σαν να λέμε, το ανεξάντλητο μωσαϊκό των σαρκωμένων μορφών που ακόμα ονομάζουμε «φύση». Φώτης Τερζάκης |
