|
Οι ανολοκλήρωτες επιστροφές της μνήμης Στα χέρια και στη σημασία των κινήσεών τους στρέφει την προσοχή της η Μαρία Γιαννακάκη στην πρόσφατη δουλειά της. Αλλά πότε στα έργα της τα χέρια δεν στάθηκαν εύγλωττα πάνω στα πρόσωπα των παιδιών της, πότε δεν αναδύθηκαν εκφραστικά μέσα από τους σίφουνες των χρωμάτων της; Ή πότε τα χέρια δεν κύκλωσαν τις μορφές της για να αποκαλύψουν μια δυνατή αίσθηση σχεδίου στις αρθρώσεις με τα έντονα περιγράμματα και, κυρίως, για να υπαινιχθούν δείχνοντας αυτά που οι φιγούρες της σοφά αρνούνται να διηγηθούν; Οι πίνακες της Γιαννακάκη αγαπούν το συγκεκριμένο και το ρεαλιστικό αλλά, αν αποτυπώνονται ανεξάλειπτα στο βλέμμα μας, είναι γιατί τα χρησιμοποιούν χωρίς να καταλήγουν στην εξιστόρηση. Θραύσματα αποκομμένου χρόνου και χώρου, η δύναμη των έργων της είναι η ίδια η αποσπασματικότητά τους. Γι’ αυτό ακριβώς η ζωγραφική της Γιαννακάκη έχει μια βαθιά σχέση με τη φωτογραφία, με τον τρόπο της ζωγραφικής του Degas και του Bonnard. Σε «στιγμιότυπα» απόλυτα ζωγραφικά, οι πρωταγωνιστές των συνθέσεών της, συνήθως ζηλευτά παιδιά, μας κοιτούν κατάματα αλλά από πολύ μακριά, σαν μέσα από φωτογραφίες άλλου καιρού, σαν να ανασύρονται από ό,τι κατόρθωσαν να διασώσουν ξεθωριασμένες μνήμες. Η αισθητική του σχεδίου που διαποτίζει τα έργα της παράλληλα με τη χρήση ενός επιλεκτικά πληθωρικού χρώματος πηγάζουν από την ίδια ερειπιώδη προσέγγιση της εικόνας που η Γιαννακάκη αναγνώρισε στην σινοϊαπωνική τέχνη. Η ζωγραφική της δεν ξεκινά από μια συνολική σύλληψη και εκτέλεση του θέματος αλλά τοπικά: από περιοχές εκθαμβωτικού χρώματος, το οποίο σχεδόν αυτονομείται, και από περιοχές χειρονομιακών γραφισμών, που απηχούν ιδεογράμματα κινέζικης καλλιγραφίας. Πάνω τους και δίπλα τους, σχηματίζοντας συγκεκριμένα εικονογραφικά στοιχεία, εναποτίθενται οι γραμμές, λεπτές και καθοριστικές, αχνές και διεισδυτικές. Άλλοτε ή ταυτόχρονα, μεγάλες και μικρότερες κηλίδες που έχουν απαλλαγεί από τα αναπαραστατικά τους καθήκοντα φανερώνουν την ερωτική σχέση του χαρτιού με το μελάνι. Όταν το σκουρόχρωμο υγρό γίνει στιβαρό μαύρο, αντιλαμβάνεται γρήγορα πως το μόνο που κατορθώνει είναι να υπογραμμίσει την κυριαρχία του άδειου φόντου. Η περιστασιακή υπόνοια φύσης τονίζει παράδοξα το στοιχείο του τεχνητού και τη βέβαιη δύναμη του κενού, το οποίο αναδεικνύει απρόσμενα την πολυτιμότητα των εικόνων που με αύρα ελλειπτικότητας περιέχει. Οι μεταξωτές στόφες που τυλίγουν τους καμβάδες της Γιαννακάκη και τα διάφανα χαρτιά που κολλάει πάνω τους για να τα ζωγραφίσει κατά τόπους και ανά στρώση, δεν αποτελούν μόνο τον φόρο τιμής της στην κινέζικη ζωγραφική. Είναι οι παραστάσεις της μνήμης που κρύβονται ή αποκαλύπτονται θαμπές μέσα από τα αλλεπάλληλα πέπλα του μεταξιού και του ρυζόχαρτου και μέσα από τις παλιές παιδικές χαλκομανίες που έχτισαν κι αυτές την εικόνα και μαζί τον συνειρμό. Η πρόσβαση στα έργα αυτά φαίνεται ελεύθερη αλλά κατ’ ουσίαν είναι απαγορευμένη, όπως η συμμετοχή στα ξένα βιώματα. Το ύφασμα που καλύπτει τον μουσαμά απομακρύνει σαν δίχτυ τον κόσμο των μορφών που εικονίζονται πάνω αλλά και πίσω του - και τον καθιστά ονειρικό: το χέρι του παιδιού, που είναι ταυτόχρονα ζωγραφισμένο στο ύφασμα και την ίδια στιγμή το αγγίζει με την παλάμη προς τα έξω, απλώνεται προς το μέρος μας σαν μέσα από ένα αδιαπέραστο τζάμι, αποκτώντας την ενήλικη επίγνωση των ορίων. Σαν σκηνές από μισοτελειωμένες ή μισοαρχινισμένες ιστορίες, τα έργα της Γιαννακάκη μοιάζει να είναι η μισάνοιχτη πόρτα που μέσα απ’ αυτή θα μπορέσουμε να δούμε -όσο μας επιτραπεί- τη μελαγχολία εκείνων των χαμένων κόσμων που μόνο η εικονοποιία της μνήμης μπορεί να ανακαλέσει, επιστρατεύοντας τη γοητεία του ημιτελούς. Τι άλλο είναι τα όνειρα αν όχι σπαράγματα μιας επινοημένης ανάμνησης θανάτου; «Every hand has its own story», γράφει η Μαρία Γιαννακάκη κάπου, σαν σκέψη, στον τίτλο της έκθεσης. Αλλά ευτυχώς εμείς δεν θα τη μάθουμε αυτή την ιστορία. Γιατί στο μεταξύ θαυμάζουμε τη ζωγραφική που δημιούργησε η ακριβολόγος ασάφεια της μνήμης. Ελισάβετ Πλέσσα |
