Σάββας Γεωργιάδης

Όψεις της Αλήθειας, 18 Οκτωβρίου - 19 Νοεμβρίου 2005

Όψεις της Αλήθειας

Πρόσωπα –πορτρέτα, "ολόσωμα πορτρέτα", ανθρώπινες εικόνες που δεν αποκαλύπτουν τον εαυτό τους. Όσο τις παρατηρείς, τόσο γίνονται πιο μυστηριώδεις και εσωστρεφείς, λες και θέλουν να κλειστούν στο δικό τους κόσμο, από τον οποίο ο θεατής είναι αποκλεισμένος. Τα μάτια τους, έντονα σχεδιασμένα και εκφραστικά, μοιάζουν σαν να προσπαθούν να δραπετεύσουν, ν’ ανοίξουν διάλογο με τον περαστικό, να του αφηγηθούν για όσα είδαν και δεν μίλησαν, για εικόνες που έχουν αποτυπωθεί στον αμφιβληστροειδή κι έχουν γίνει μνήμες, να τις εξιστορήσουν. Αυτός είναι ο κόσμος του ζωγράφου Σάββα Γεωργιάδη: μια σειρά από "ολόσωμα πορτρέτα", κι άλλα μικρά που "συλλαμβάνουν" την εκφραστική στιγμή ενός προσώπου. Έργα, στα οποία, ο καλλιτέχνης επιχειρεί να αποτυπώσει την πειστική εικόνα μιας μορφής, να την μετατρέψει σε "αιώνια" (;), ακολουθώντας την σεζανική πρόταση που αντιμετωπίζει το πορτρέτο ως φόρμα και σχήμα, όπως ένα τοπίο ή μια νεκρή φύση.

Ο Γεωργιάδης, με τη δουλειά του αυτή μοιάζει να απομακρύνεται, έως ένα βαθμό, από την αυστηρή δομή των πορτρέτων που είχε παρουσιάσει στην προηγούμενη έκθεση του και πάλι στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών, το 2002. Στην πλειοψηφία τους, τα τωρινά έργα του, δείχνουν ότι ο καλλιτέχνης επεκτείνει πια τον προβληματισμό του σ’ ολόκληρη την ανθρώπινη φιγούρα- οντότητα, θέμα πολύπλοκο, που παρέχει όμως πολλές δυνατότητες σε κάθε δημιουργό.

Μοντέλα του, φίλοι και γνωστοί, άνθρωποι άγνωστοι που συνάντησε τυχαία και τον εντυπωσίασαν, κι ανάμεσά τους ο ηθοποιός Κωνσταντίνος Τζούμας, ενδεδυμένος το κοστούμι του Δον Κιχώτη, ρόλο που ερμήνευσε στο θέατρο, δημιούργημα κι αυτός της μίμησης στη θεατρική τέχνη, που τόσο συγγενεύει μ’ εκείνη της ζωγραφικής ως προς το αποτέλεσμα: επιθυμούν και οι δύο τέχνες να παρασύρουν τον θεατή σ’ έναν ονειρικό κόσμο, ο οποίος, όσο κι αν επιδιώκει να είναι κομμάτι της πραγματικής ζωής, παραμένει πάντα ψευδαισθησιακή μίμησή της. Ίσως γι’ αυτό ο Γεωργιάδης να γοητεύτηκε τόσο από την, κατά Τζούμα, εικόνα του Δον Κιχώτη. Επιχειρώντας κι εκείνος να δοκιμάσει τα όρια της μίμησης, μετέφερε στον καμβά του την ονειρική διάσταση και τη φαντασίωση που γεννά στον θεατή και στον δημιουργό η λογοτεχνική οντότητα και η θεατρική φιγούρα του ήρωα του Θερβάντες. Πρόσωπο οικείο και συνάμα ανοίκειο, αληθινό και φανταστικό ταυτόχρονα, χάρτινος ήρωας, απρόσωπος, που πήρε σάρκα και οστά μόνο στη φαντασία των καλλιτεχνών κι έτσι πορεύτηκε στους αιώνες κι έγινε θρύλος.

Αν επιχειρήσουμε μια αναδρομή στην τέχνη του πορτρέτου, η Ιστορία της τέχνης διδάσκει, ότι από την εποχή των Αλεξανδρινών χρόνων οι καλλιτέχνες επιχειρούσαν να αιχμαλωτίσουν τη λειτουργία της ατομικής ψυχής, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα μιας φυσιογνωμίας, να φτιάξουν προσωπογραφίες με την έννοια που δίνεται σήμερα στον όρο. Πολλά περισσότερα έγιναν από καλλιτεχνικής πλευράς στους ρωμαϊκούς χρόνους, ενώ τα μοναδικά πορτρέτα του Φαγιούμ που έγιναν στους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους, λειτουργούν ακόμη ως πρότυπα. Στη βυζαντινή εποχή η τέχνη απόκτησε θρησκευτικό χαρακτήρα και στο πορτρέτο κυριάρχησε μια μυστηριώδης αντανάκλαση του μεταφυσικού κόσμου. Στον Μεσαίωνα δεν υπήρχαν προσωπογραφίες όπως τουλάχιστον τις εννοούμε σήμερα. Οι καλλιτέχνες ζωγράφιζαν συμβατικές μορφές ανδρών ή γυναικών και τους προσέθεταν τα ονόματα των ανθρώπων που υποτίθεται ότι παρίσταναν. Γνωρίζουμε, όμως, ότι ζωγράφιζαν αυτά τα πρόσωπα "εκ του φυσικού", ότι η τέχνη της προσωπογραφίας και του πορτρέτου αναπτύχθηκε εκείνη την εποχή. Θα μπορούσε ίσως να προσθέσει κανείς, ότι ο τρόπος με τον οποίο ο ζωγράφος Σιμόνε Μαρτίνι, φίλος του Πετράρχη, ατένιζε τη φύση (σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες γιατί το "πορτρέτο της Λάουρας "- αγαπημένης του Πετράρχη- δεν έχει διασωθεί), και μελετούσε τις λεπτομέρειες της, προσέθεσε πολλά στη γενικότερη εξέλιξη της προσωπογραφίας, αφού οι μετέπειτα Ευρωπαίοι ζωγράφοι χρησιμοποίησαν τα διδάγματα και τα επιτεύγματά του.

Στην Αναγέννηση η τέχνη απέκτησε καθαρά κοσμικό χαρακτήρα. Οι αριστοκράτες- προστάτες της, συνέβαλαν στην εξέλιξή της. Και όπως ήταν φυσικό, επεδίωκαν μέσα από προσωπογραφίες τους, τις οποίες παράγγελναν στους καλλιτέχνες, να κατακτήσουν την αθανασία. Είναι η εποχή που οι δημιουργοί ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την ανθρώπινη ανατομία- όπως κι εκείνοι της κλασικής Ελλάδας- διατύπωσαν τους νόμους της προοπτικής και έφτιαξαν μορφές γεμάτες εκφραστικότητα, κίνηση, "σωματική παρουσία". Τον 16ο και τον 17ο αιώνα η εξέλιξη της προσωπογραφίας δεν περιορίζεται μόνο σε βασιλείς και αριστοκράτες. Επεκτείνεται και στην ανερχόμενη αστική τάξη που μέσω του πορτρέτου θέλει να επιβεβαιώσει την παρουσία της. Αργότερα, εμφανίζεται το λεγόμενο «πνευματικό πορτρέτο». Λόγιοι και πνευματικοί άνθρωποι επιδιώκουν να τους απεικονίσουν οι καλλιτέχνες, δηλώνοντας έτσι, κι εκείνοι, την παρουσία τους στο πνευματικό γίγνεσθαι της εποχής τους.

Κι έπειτα, ο Βαν Γκογκ, ο Σεζάν και ο Γκωγκέν, οι τρεις μοναχικοί επαναστάτες της τέχνης, ήταν αυτοί που αναζήτησαν τη διαφορετική εκφραστικότητα στην ανθρώπινη μορφή. Δεν είναι τυχαίο ότι τα δικά τους πειράματα καθόρισαν την τέχνη του 20ου αιώνα, όπως τουλάχιστον αναφέρει ο Γκόμπριχ.

Σ’ αυτή την παράδοση πατάει ο Γεωργιάδης για να δημιουργήσει τα πορτρέτα του. Δεν μιμείται το πρωτότυπο, αντίθετα το προσεγγίζει υποκειμενικά, έστω κι αν μένει ως ένα βαθμό πιστός στη ρεαλιστική αναπαράσταση. Αλλάζει τις όποιες αντικειμενικές διαστάσεις, δημιουργεί το δικό του "πρωτότυπο", τη δική του εικονική πραγματικότητα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το πρόσωπο- μοντέλο παύει να λειτουργεί ως υπαρκτή μονάδα, αποκτά ονειρικές και μεταφυσικές διαστάσεις, μετατρέπεται σε αυτόνομο και αυτοτελές δημιούργημα, που ανήκει πλέον αποκλειστικά στον καλλιτέχνη, ο οποίος, μέσω αυτού, εκφράζει την αισθητική του άποψη όχι μόνο για τον άνθρωπο αλλά για ολόκληρο τον κόσμο. Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης επιλέγει και συνθέτει τις διαφορετικές όψεις και αλήθειες του προσώπου που εικονίζει. Προσπερνά την επιφάνεια και φέρνει σε πρώτο πλάνο τα εσώτερα αισθήματά του. Μοιάζει σαν να θέλει να αντιγράψει τη ζωή χωρίς την ευτέλειά της. Επιχειρεί μια "μετ’ επιστήμης" μίμηση, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, χρησιμοποιώντας τη γνώση ως βασικό κριτήριο και έναυσμα για τη δημιουργία του.

Νόμιμα, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς, για το τι μπορεί να σημαίνει το πορτρέτο στην εποχή μας. Κι ο καλλιτέχνης απαντά: "Ο άνθρωπος αντικατοπτρίζει τα πάντα, είναι το πιο ιδιόμορφο ον της φύσης, ίσως το μόνο που με βοηθά να την κατανοήσω".

Καθοριστικό ρόλο στη δουλειά του πρέπει να έπαιξε και η μετοίκισή του από τη μικρή πόλη της Λεμεσού στην Αθήνα. Ο μικρός χώρος, ο γνωστός, η γειτονία, χάθηκαν. Μόνος στη μεγαλούπολη, μονάδα ανάμεσα σ’ άλλες μονάδες, στράφηκε ίσως στην ανθρώπινη φιγούρα αναζητώντας ό,τι είχε απολέσει. Τα πορτρέτα του, είναι ο κόσμος του, οι σύντροφοι και παραστάτες στις νέες συνθήκες ζωής. Πρόσωπα- μνήμες, γνωστά και άγνωστα, καθένα με τη μοναδικότητά του, εικονίζουν τη διαχρονικότητα της ανθρώπινης μορφής, την ύπαρξή της στο σήμερα και στο μέλλον.

Η χρονικότητα και η ιστορικότητα είναι δύο έννοιες παρούσες στα έργα του καλλιτέχνη. Όλα όσα συμβαίνουν, κατασταλαγμένα και φιλτραρισμένα μέσα από την δική του οπτική, μεταφέρονται με τον χρωστήρα στον καμβά του. Η χρήση του χρώματος, η ένταση και οι αντιθέσεις του, ο παλμός και το μέτρο σύγκρισης χώρου -περιβάλλοντος, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη δουλειά του. Η βία της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας που βίωσε στο νησί του την Κύπρο, έμμεσα παρεισφρέει στο έργο του. Εκφράζεται μέσα από τα έντονα χρώματα, το κόκκινο του αίματος, την ζωγραφική χειρονομία. Το στήσιμο των μοντέλων του έχει μια θεατρικότητα (για να επανέλθει το στοιχείο συγγένειας θεάτρου και ζωγραφικής), χρησιμοποιεί τον σουρεαλισμό για να σχολιάσει, προσθέτει ποπ στοιχεία, μέσω κυρίως του χρώματος, για να γίνει καυστικός. Πάνω στο τελάρο του συνυπάρχουν σχεδόν όλες οι τάσεις της τέχνης, ώστε το αποτέλεσμα να απαντά στο χθες και το τώρα, στο σήμερα και στο μέλλον.

Ο Σάββας Γεωργιάδης είναι ένας νέος καλλιτέχνης που επιχειρεί τη δεύτερη δημόσια παρουσία του. Φαίνεται να γνωρίζει καλά τη ζωγραφική παράδοση και τολμά να εκφέρει έναν εικαστικό λόγο άμεσα επηρεασμένο απ’ αυτήν. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στην αρμονική συνύπαρξη κατεστημένων εκφραστικών αξιών με σύγχρονες, στοιχείο που σ’ αυτή τη φάση τουλάχιστον λειτουργεί ως προσωπικό ιδίωμα. Ξεπερνώντας τα πλαστά διλήμματα της εποχής, όσον αφορά στην παραστατική ζωγραφική και στην εννοιολογική τέχνη (μήπως αλήθεια όλη η τέχνη από τη φύση της δεν εμπεριέχει την έννοια στη δομή της;), δίνει έμφαση στην αναπαραστατικότητα της εικόνας και στην εξπρεσιονιστική γραφή της. Η ανάλυση και η σύνθεση αποτελούν κύρια χαρακτηριστικά των "ολόσωμων πορτρέτων" του, που τις περισσότερες φορές, πάνω στη ζωγραφική πράξη, τα αντιμετωπίζει ως τοπία. Μ’ άλλα λόγια, επιχειρεί να φέρει στο σήμερα διδάγματα μεγάλων δασκάλων, να συμβάλλει με τον τρόπο του στην ανανέωση της ζωγραφικής, κι αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο προσόν του.

Πέγκυ Κουνενάκη
Αύγουστος 2005