|
Σκέψεις για το έργο του Χρίστου Σιμάτου The essential is no longer visible Ο Χρίστος Σιµάτος είναι ένας αθόρυβος νέος καλλιτέχνης, όχι συνεσταλµένος. Απλώς δεν µιλάει πολύ, δρα (πράττει) αθόρυβα, βάζει στόχους και τους υλοποιεί εν σιωπή. Με την πρώτη µατιά φαίνεται κλειστός, ερµητικός, απορροφηµένος από τις εσωτερικές του αναζητήσεις. Όταν τον γνώρισα, λοιπόν, δευτεροετή φοιτητή της ΑΣΚΤ, το 1998, αναζητούσε µε επιµονή τον τρόπο να εκφραστεί σε ένα ιδιότυπο ζωγραφικό ιδίωµα. Εσωτερικούς χώρους µε σπασµένη προοπτική και µία ή δύο το πολύ αφαιρετικές φιγούρες, που «κατοικούσαν» µέσα σε αυτούς τους κατακερµατισµένους χώρους σαν σκιές «φάσµατα» ζώντων σε στάσεις χαλαρές·ταφικά κελύφη, φτιαγµένα µε παχύ πολύχρωµο στρώµα λαδιού, και αχρωµάτιστο καµβά, που περικλείουν µέσα τους «σκιές» ανθρώπων που έχουν αποδεχθεί το εφήµερο και ατελές της ύπαρξης. Ένας υπαινιγµός για το πλατωνικό σπήλαιο ή ένα σχόλιο για την τραγωδία της φθαρτότητας; Το ερώτηµα εκκρεµεί. Το 2000 ο Χρίστος Σιµάτος µένει έξι µήνες στη Μαδρίτη µε το πρόγραµµα Erasmus και επιστρέφει µε µια σειρά από ασπρόµαυρες φωτογραφίες εσωτερικών χώρων, χωρίς την παρουσία ανθρώπων, µε έντονες φωτοσκιάσεις και αυστηρές γεωµετρικές συνθέσεις των σχηµάτων της σκιάς. Κατοικηµένοι χώροι χωρίς ανθρώπους· κελύφη, πάλι, µε καταγραµµένα ίχνη ζωής. Μια µετακίνηση του ζωγραφικού προβληµατισµού σε άλλο µέσον, τη φωτογραφία· µηχανική αποτύπωση, λοιπόν, περισσότερο αντικειµενική και αποστασιοποιηµένη. Το 2005 εισάγεται στο ΜΕΤ της ΑΣΚΤ και µε αθόρυβο και συστηµατικό τρόπο –ίδιον όπως είπαµε του χαρακτήρα του– µελετά σε βάθος τις τεχνικές της ψηφιακής εικόνας, σε βαθµό να ανακαλύψει δικές του τεχνικές ψηφιακής αποτύπωσης, που τον οδηγούν σε φωτογραφίες και βίντεο υψηλής ανάλυσης και ευκρίνειας του αναπαριστωµένου. Αυτή η προσωπική τεχνική του κατάκτηση τον βοηθά καθοριστικά να περάσει στο έργο µε εννοιολογικό άξονα την ψευδαίσθηση, σχολιάζοντας το ίδιο το µέσο της φωτογραφικής απεικόνισης. Παράδειγµα αποτελεί η «κλειστή πόρτα του εργαστηρίου», όπου, τοποθετώντας τη φωτογραφία που παριστά το διάδροµο που φαίνεται πίσω της όταν είναι ανοιχτή, δηµιουργεί την ψευδαίσθηση στο θεατή ότι η κλειστή πόρτα δεν υπάρχει. Ανοίγει, λοιπόν, µέσω της ευκρίνειας του φωτογραφικού µέσου, τη δυνατότητα του θεατή να δει πίσω από την πόρτα· το βλέµµα να διαπεράσει τα όρια της όρασης και να δει το αθέατο, το «µετά» το οπτικό εµπόδιο, τελικά το «επέκεινα», και ό,τι µπορεί να σηµαίνει αυτό σήµερα: το όριο –πόρτα– για το πέρασµα σε ένα άλλο χώρο –κόσµο–, κενό, άνευ νοήµατος, ή ακόµα η είσοδός µας σε έναν άλλο χώρο «µετά-φυσικό», όπου προβάλλονται οι ιδέες που έχει ο καθένας για τη µεταθάνατον ζωή και οι οντολογικές του ανησυχίες εν γένει. Προτιµώ και ξεχωρίζω το έργο «κλειστή πόρτα εργαστηρίου» σαν ένα έργο σταθµό και ορόσηµο της µέχρι τώρα εικαστικής του αναζήτησης. Είναι έργο µε εννοιολογικό εύρος, πολύπτυχο και ανοιχτό σε προσωπικές αναγνώσεις και ερµηνείες, που χωράει σε µια απλή και καθηµερινή φόρµα, και αποδεικνύει ότι τα βαθιά υπαρξιακά ζητήµατα µπορούν να ειπωθούν µε τον πιο απλό και ταπεινό τρόπο, ως προς τη φόρµα τους. Συνεχίζοντας µε θεµατική αφορµή το εγκαταλελειµµένο Ξενία της Πάρνηθας –πρώτα σανατόριο, έπειτα ξενοδοχείο και τώρα ερειπιώνας–, διερευνά µέσω της φωτογραφικής «απαθανάτισης» των κατεστραµµένων –από το χρόνο και την ανθρώπινη αδιαφορία– χώρων, µε πανοραµικές λείψεις, που επιτείνουν δραµατικά το ανοίκειο συναίσθηµα της ερήµωσης, της εγκατάλειψης, της καταστροφής. Αρχιτεκτονικό κτίσµα-κέλυφος, το Ξενία, άδειο τώρα, ακατοίκητο, µε ίχνη παλιάς ζωής καταγεγραµµένα στους τοίχους και στα σπασµένα έπιπλα, αποµεινάρια ανθρώπινης παρουσίας, ανθρώπων που δεν γνωρίσαµε ποτέ, κιβωτός µνήµης. Μνηµείο ανοίκειο, µε φωτογραφίες φτιαγµένο (αποστοµωτική η αντικειµενικότητα της φωτογραφίας). Εδώ νοµίζω πως οι πανοραµικές φωτογραφικές λήψεις των έρηµων διαδρόµων, φθαρµένων λόγω χρόνου, του ιστορικού κτηρίου της ΑΣΚΤ του Πολυτεχνείου, που προτείνει ο Χρίστος Σιµάτος σε αντιπαράθεση στο προηγούµενο, δηλαδή έναν «οικείο» χώρο, βιωµένο από τον ίδιο και από τους συναδέλφους του σαν τόπο εκπαίδευσης της τέχνης που ασκεί, δεν απαλύνει καθόλου το συναίσθηµα «ανοικειότητας» και αποξένωσης που προξενεί το Ξενία. Απλώς τοποθετεί τον εαυτό του συµβολικά µέσα στο έργο, σαν θύµα-θύτη αυτής της διελκυστίνδας οικείου-ανοίκειου. Έτσι, εδώ µπορούµε να πούµε πως κάθε αρχιτεκτονικό κτίσµα-κέλυφος, κάθε ερειπιώνας, είναι µια «κιβωτός µνήµης», εµπεριέχει τα ίχνη της ζωής αυτών που το κατοίκησαν, δηλαδή την ιστορία τους. Η φωτογραφική αποτύπωση των ερειπωµένων κτισµάτων γενικά είναι ένα είδος αποτύπωσης της ιστορίας των ανθρώπων που τα κατοίκησαν στο παρελθόν, και προβάλλονται, µε τα ίχνη που άφησαν, στο παρόν και το µέλλον. Τέλος µε τη «φωτογραφική εγκατάσταση» (διαστάσεων 400 x 190 cm), διασπώντας την πανοραµική φωτογραφία των διαδρόµων του Ξενία σε 120 κοµµάτια (διαστάσεων 20 x 30 cm) κτίζει εκ νέου την εικόνα του, αποδιοργανώνοντας την αντιληπτική συνοχή: κατακερµατισµός που υπονοµεύει την ευκρίνεια, προβάλλοντας το δίπολο αποδόµηση-αναδόµηση σαν ακόµα ένα εύστοχο σχόλιο πάνω στις δυνατότητες του µέσου, εν προκειµένω της φωτογραφίας. Θεωρώ πως ο Χρίστος Σιµάτος εισβάλλει, µε αυτή την πρώτη ατοµική του έκθεση, πλησίστιος στο καθ’ ηµάς εικαστικό γίγνεσθαι, µε αποσαφηνισµένο στόχο και έκδηλο το ειδικό βάρος των εφοδίων που κουβαλά. Καλό ταξίδι λοιπόν, Χρίστο, και αδηµονώ για τον επόµενο σταθµό σου. Μάριος Σπηλιόπουλος |
