Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Ψίθυροι της γραμμής / Whispered lines

09.11.2023 – 09.12.2023

Δελτίο Τύπου

Την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2023 εγκαινιάζεται στις 7.00 μ.μ

η έκθεση ζωγραφικής του

Darryl Keith Babatunde Smith

ΨΙΘΥΡΟΙ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ

Επιμέλεια: Ελισάβετ Πλέσσα

Στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών εγκαινιάζεται η ατομική έκθεση ζωγραφικής του Αμερικανού Darryl Keith Babatunde Smith. Πολύγλωσσος, γνώστης της αρχαίας και σύγχρονης ελληνικής γλώσσας, αλλά και εμπνεόμενος από τη γλυπτική της αρχαιότητας, καθώς και από την ίδια του την εικόνα, ο καλλιτέχνης παρουσιάζει μια σειρά 15 έργων σε χαρτί.

Σύμφωνα με την επιμελήτρια της έκθεσης, Ελισάβετ Πλέσσα:

«Η ζωγραφική του Darryl Keith Babatunde Smith ή ΔΚΒΣ, στην ελληνική απόδοση του ονόματος και της προσωπικότητάς του, μοιάζει να καθορίζεται από τα διάφορα πρόσωπα του χρόνου. Ο Smith μελετά τις γλώσσες για να διανύσει τον χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στον δικό του χρόνο και στα κείμενα της τέχνης που αγαπά. Οι πολύγλωσσοι τίτλοι των έργων του αναφέρονται όχι μόνο σε διάφορα κεφάλαια της μυθολογίας και του πολιτισμού, αλλά και σε ένα ιδιότυπο γεφύρωμα των αρχαίων γλωσσών με τη δική του, σύγχρονη, αγγλική γλώσσα. Ακόμα και το υλικό που κυρίως χρησιμοποιεί –οι μεταλλικοί στύλοι αργύρου, χρυσού ή χαλκού– έχει διανύσει ολόκληρους αιώνες από την αναγέννηση του βορρά μέχρι σήμερα. Σαν σελίδες από τον χρόνο ενός ημερολογίου, κάθε έργο του αποτελεί για εκείνον την κρυπτογραφημένη μνήμη μιας προσωπικής στιγμής που έχει εμβαπτισθεί στην αρχαιοελληνική γλυπτική και στους μύθους που τη γέννησαν. Ανάμεσα σε αυτό το παρελθόν και στο παρόν στέκεται σιωπηλό το σώμα, το δικό του σώμα, απεικονισμένο σε αρχαίες στάσεις που προσεγγίζουν τη ζωγραφική από τους δρόμους της γλυπτικής».

Όπως σημειώνει η Μοllie Wohlforth, πoυ υπογράφει το δεύτερο κείμενο του καταλόγου:

«Μέσω της εξερεύνησης του μυθολογικού αλλά και του σημερινού σώματος, ο Smith ενώνει τη σύγχρονη ταυτότητα με την ιστορημένη εικαστική γλώσσα της αρχαίας τέχνης και λογοτεχνίας και πείθει τον θεατή να μεταφράσει τις εικαστικές του αφηγήσεις χρησιμοποιώντας το δικό τους γλωσσάρι κατανόησης. Ταυτόχρονα αναλογίζεται τις μορφές των γλυπτών και τη θέση του δικού του σώματος μέσα στον κλασικό κανόνα, ζωγραφίζοντας τον εαυτό του σε πολλές από τις σμιλεμένες πόζες, “χυτεύοντας” το σώμα του στις στάσεις που παρατηρούνται στις ελληνιστικές γλυπτικές επιρροές. Έτσι, γίνεται μέρος των αφηγήσεων που υπογραμμίζουν τις συνθέσεις του».

Ο ίδιος ο καλλιτέχνης σημειώνει: «Σκέφτομαι αυτά τα έργα σαν ψίθυρους: ψιθυρισμένους ύμνους, ψιθυρισμένους επαίνους, ψίθυρους που ακούγονται μέσα από μια χαραμάδα στο παράθυρο, ψίθυρους που μουρμουρίζει το ασυνείδητό μου. Είναι αποσπασματικές ημερολογιακές καταγραφές για την καθημερινότητά μου, για το σώμα μου, για τις σκέψεις μου, σχεδιασμένες αισθησιακά με ένα κομμάτι από χρυσό και ασήμι».

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Darryl Keith Babatunde Smith (ΔΚΒΣ) γεννήθηκε το 1992 στη Washington των ΗΠΑ. Σπούδασε ζωγραφική (BFA) στην Pennsylvania Academy of the Fine Arts και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές (MFA) στη New York Academy of Art, με ειδίκευση στο σχέδιο και στην ανατομία. Έχει μελετήσει τη γαλλική και γερμανική γλώσσα, τα λατινικά, καθώς και την αρχαία και σύγχρονη ελληνική γλώσσα. Έχει βραβευτεί με το Philadelphia Fellowship for Black Artists. Ζει και εργάζεται στη Φιλαδέλφεια της Pennsylvania.

Η έκθεση συνοδεύεται από δίγλωσσο κατάλογο (ελλ-αγγλ) με κείμενα της Ελισάβετ Πλέσσα, ιστορικού τέχνης και επιμελήτριας της έκθεσης, της Mollie Wohlforth, υπεύθυνης χώρου στο Institute of Classical Architecture and Art της Νέας Υόρκης, καθώς και με σημείωμα του καλλιτέχνη.

Διάρκεια έκθεσης : 9 Νοεμβρίου έως 9 Δεκεμβρίου 2023

Χωρίς ακτή

Η ζωγραφική του Darryl Keith Babatunde Smith ή ΔΚΒΣ, στην ελληνική απόδοση του ονόματος και της προσωπικότητάς του, μοιάζει να καθορίζεται από τα διάφορα πρόσωπα του χρόνου. Ο Smith μελετά τις γλώσσες για να διανύσει τον χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στον δικό του χρόνο και στα κείμενα της τέχνης που αγαπά. Οι πολύγλωσσοι τίτλοι των έργων του αναφέρονται όχι μόνο σε διάφορα κεφάλαια της μυθολογίας και του πολιτισμού, αλλά και σε ένα ιδιότυπο γεφύρωμα των αρχαίων γλωσσών με τη δική του, σύγχρονη, αγγλική γλώσσα. Ακόμα και το υλικό που κυρίως χρησιμοποιεί –οι μεταλλικοί στύλοι αργύρου, χρυσού ή χαλκού– έχει διανύσει ολόκληρους αιώνες από την αναγέννηση του βορρά μέχρι σήμερα. Σαν σελίδες από τον χρόνο ενός ημερολογίου, κάθε έργο του αποτελεί για εκείνον την κρυπτογραφημένη μνήμη μιας προσωπικής στιγμής που έχει εμβαπτισθεί στην αρχαιοελληνική γλυπτική και στους μύθους που τη γέννησαν. Ανάμεσα σε αυτό το παρελθόν και στο παρόν στέκεται σιωπηλό το σώμα, το δικό του σώμα, απεικονισμένο σε αρχαίες στάσεις που προσεγγίζουν τη ζωγραφική από τους δρόμους της γλυπτικής.

Ο Smith χρησιμοποιεί το ποζάρισμα αλλά και την απόσταση της φωτογραφικής αποτύπωσής του, εμπλέκοντας στη δημιουργική διαδικασία τόσο το μάτι όσο και τον νου. Αρχίζει να ζωγραφίζει πάντα σε ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, που όμως οι τελικές διαστάσεις του επιβάλλονται από το έργο που προκύπτει και όχι αντίστροφα, απορρίπτοντας έτσι κάθε προκαθορισμένο πλαίσιο δημιουργίας και καθιστώντας τον κενό χώρο του χαρτιού μέρος της σύνθεσης. Πρώτα με στύλους χρυσού και στη συνέχεια αργύρου για τις φωτοσκιάσεις, υφαίνει με ανεπαίσθητες αλλά ακριβέστατες γραμμές τις μορφές του αγγίζοντας απαλά το λεπτό χαρτί από πέτρα. Η απαλότητα της τεχνικής του χαρακτηρίζει τα μαλακά περιγράμματα των μορφών του, που μοιάζει να εκπέμπουν ένα εσωτερικό φως, και αυτή η οπτική τρυφερότητα γίνεται σχεδόν το θέμα των σχεδίων του. Εντέλει, στα έργα αυτά ενσωματώνεται ο χρόνος –αυτός που χρειάστηκε για να φτιαχτούν αλλά και αυτός που απαιτεί η θέασή τους.

Ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο, οι μορφές του Smith συχνά προσεγγίζουν την όψη του α-τελείωτου, του non finito, αναδυόμενες από το χαρτί σαν εφήμερα αποτυπώματα μιας άχνας που τη φύσηξε ένα αεράκι. Τα έργα του γίνονται τα καταφύγια μιας πολύτιμης και ευάλωτης γραμμής από τη βία των σημερινών εικόνων. Η εναντίωση στον επιβεβλημένο χρόνο των άλλων και στη βία της ταχύτητας διαφαίνεται εξάλλου και στη θεματολογία του. Η «λυσιμελής» όψη του εαυτού του μοιάζει να αντιστέκεται παθητικά στους ρυθμούς της σύγχρονης πραγματικότητας μέσα από τα κλειστά μάτια της ενόρασης και του ονείρου. Όμως αν και οι κοιμώμενες ή πλαγιασμένες μορφές του αναφέρονται στην αδράνεια του ύπνου μέσα από γνωστά γλυπτά της αρχαιότητας, τα θραυσματικά σώματά τους κάποτε γίνονται πληγωμένα κορμιά γιατί φέρουν την εικόνα ενός σημερινού ακρωτηριασμού, τη βία της ασυνέχειας.

Η ίδια βία μοιάζει να τυλίγει ασφυκτικά με γούνα το πρόσωπο ενός εαυτού-Πενθέα πάνω στο λευκό του χαρτιού, ενώ από μια άλλη βία προστατεύεται ο εαυτός μέσα στην άχρονη περικεφαλαία ενός εξωτικού πουλιού. Όπως και με τα διάφορα έργα στα οποία ο Smith τοποθετεί την εικόνα του εντός των αισθητικών επιρροών που τον έχουν διαμορφώσει, οι μεταμφιέσεις του εαυτού αποτελούν τολμηρές αντιστίξεις ανάμεσα στην τωρινή πραγματικότητα και σε εκείνη του μύθου.

Φορώντας στο πρόσωπο το κενό χαρτί, το χρώμα του πηλού ενός μελανόμορφου αγγείου, ή μια ανέκφραστη μάσκα, ο Εαυτός έρχεται αντιμέτωπος με τον Άλλο μέσα από ακόμα μία μάσκα, όμως με ένα σώμα εσωστρεφές, που δεν ανταποκρίνεται στην ένταση της σημαντικής στιγμής. Αν o Darryl Keith Babatunde Smith έπλασε με τις ψιθυρισμένες γραμμές του μορφές τρωτές, είναι γιατί στα ελληνιστικά γλυπτά που αγαπά είδε το θάρρος του μη ιδανικού, τα ανθρώπινα πάθη και ψεγάδια. Αυτό το «χωρίς ακτή» σώμα δεν είναι μόνο ο Ιλισσός του Παρθενώνα ή ο θεός Ποταμός του Μιχαήλ Άγγελου, είναι και ο ίδιος, μέσα στον χρόνο και στις χώρες που διασχίζει.

Ελισάβετ Πλέσσα

Ιστορικός τέχνης, επιμελήτρια εκθέσεων και καλλιτεχνικών

Το μυθικό σώμα

Το να δει κανείς το σώμα μέσα από τα μάτια του Darryl Babatunde Smith είναι να το δει σαν μια μορφή έτοιμη για μετάφραση. Στην καμπύλη ενός λαιμού βρίσκει την αρχαία ελληνική ποίηση, στην έκταση ενός ώμου ανακαλύπτει λατινικούς στοχασμούς, στην αυστηρή κάμψη του γόνατου, τη γερμανική περιγραφή. Ο Smith είναι ένας πολύγλωσσος –γλιστράει με ευκολία από τα ελληνικά στα γερμανικά κι από εκεί στα γαλλικά– και γι’ αυτό το έργο του δεν διαχωρίζεται ποτέ από τα κείμενα που απολαμβάνει αχόρταγα. Οι απεικονίσεις του, αντιθέτως, αναδεικνύονται από τον πλούτο που του κομίζουν οι κειμενικές μούσες του, καθώς φέρνει στο φως τις εικόνες που βρίσκονται θαμμένες στις περιγραφές των σωμάτων, της ομορφιάς, και του φυσικού κόσμου, διάσπαρτες στη γραφή του Φιλόστρατου, του Πλίνιου του Πρεσβύτερου, του Αριστοφάνη και των Ορφικών Ύμνων. Αποδίδοντας το σώμα στο χαρτί, ο Smith δημιουργεί μια εικόνα που ικετεύει να τη διαβάσεις, με τη λεπτότητα της γραμμής του να δημιουργεί τις ψιθυριστές αφηγήσεις που υπογραμμίζουν τη δουλειά του.

Η διεπιστημονική αντίληψη του Smith για τoν καλλιτεχνικό, ιστορικό και κειμενικό ιστό της αρχαιότητας συμπληρώνεται από την επιλογή του μέσου του: ο Smith δουλεύει με μεταλλικούς στύλους, ένα υλικό που έγινε δημοφιλές στην Αναγέννηση της βόρειας Ευρώπης από καλλιτέχνες όπως ο Albrecht Dürer και παραμένει σχεδόν απαράλλαχτο μέχρι σήμερα. Με μικρούς στύλους αργύρου, χρυσού ή χαλκού, που αποδίδουν ανεξίτηλα σημάδια, ο Smith δημιουργεί αμετάβλητα έργα που φέρουν την ίδια μονιμότητα με την πέτρα. Η λεπτότητα του μέσου αυτού παρακινεί τον θεατή να παρατηρήσει τη λεπτοκαμωμένη δουλειά με προσοχή, τεντώνοντας τον λαιμό και μισοκλείνοντας τα μάτια μπροστά στα λεπτομερή και μικροσκοπικά σχέδια. Μια τέτοια κοντινή εμπειρία θέασης είναι ίσως ξένη ως προς την τυπική διαδικασία θέασης της γλυπτικής, με την έντονη παρουσία της να ορίζει τον χώρο. Για τον Smith, όμως, η θέαση του έργου του προσομοιάζει ακόμα και με τη σωματική πράξη της ανάγνωσης – σκύβουμε για να εκμαιεύσουμε την κάθε γραμμή που έχει σχεδιάσει στο χαρτί, για να αναζητήσουμε το νόημα του Smith καθώς εκείνος μας δείχνει τη θέση του στον αρχαίο κόσμο.

Η γλυπτική της αρχαιότητας, που είναι η βάση της δουλειάς του Smith, προέρχεται και η ίδια από μια κειμενικά πλούσια κοινωνία, και η μία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη χωρίς την άλλη. Μυθολογικές πηγές αποτέλεσαν τη βάση για καλλιτεχνική έμπνευση, με ιστορίες ηρωισμού, ομορφιάς και τραγωδίας γεμάτες από εικαστικές λεπτομέρειες που έκαναν τις εικόνες των θεμάτων τους να αναδύονται από το κείμενο. Η ελληνιστική γλυπτική, το προϊόν της καλλιτεχνικής εποχής που ακολούθησε τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., ξεχωρίζει για την προκλητική της παρέκκλιση από τον ιδεαλισμό. Στα ελληνιστικά έργα που ενέπνευσαν τον Smith, όπως η Κοιμώμενη Αριάδνη, και η Οκλάζουσα Αφροδίτη της Vienne, οι ιδανικές ανθρώπινες μορφές της κλασικής περιόδου αλλάζουν καθώς συστρέφονται, μαλακώνουν και εκφράζουν τα πάθη που ανιχνεύονται εξίσου στις ακμάζουσες γραπτές παραδόσεις που αντικατόπτριζαν την πορεία του κόσμου της γλυπτικής. Οι φιγούρες του Smith εμφανίζονται σαν «εκφράσεις» –ρητορικές περιγραφές έργων τέχνης που ξεπροβάλλουν από το κείμενο, προσφέροντας εικαστική οντότητα στις λογοτεχνικές περισυλλογές που περιέγραφαν τους χαλαρούς μύες του ύπνου, την τσαλακωμένη μορφή της ντροπής, την εγγενή σαρκική φύση της ανθρώπινης μορφής μας.

Μέσω της εξερεύνησης του μυθολογικού αλλά και του σημερινού σώματος, ο Smith ενώνει τη σύγχρονη ταυτότητα με την ιστορημένη εικαστική γλώσσα της αρχαίας τέχνης και λογοτεχνίας και πείθει τον θεατή να μεταφράσει τις εικαστικές του αφηγήσεις χρησιμοποιώντας το δικό τους γλωσσάρι κατανόησης. Ταυτόχρονα αναλογίζεται τις μορφές των γλυπτών και τη θέση του δικού του σώματος μέσα στον κλασικό κανόνα, ζωγραφίζοντας τον εαυτό του σε πολλές από τις σμιλεμένες πόζες, «χυτεύοντας» το σώμα του στις στάσεις που παρατηρούνται στις ελληνιστικές γλυπτικές επιρροές. Έτσι, γίνεται μέρος των αφηγήσεων που υπογραμμίζουν τις συνθέσεις του. Είναι ο Άναξ, που μεταμφιέζεται για να αποφύγει την τρέλα· είναι η Αριάδνη, που κοιμάται κάτω από τα άγρυπνα μάτια του Βάκχου· είναι το τυφλωμένο πουλί, που λαχταρά έναν ουτοπικό κόσμο.

Mollie Wohlforth

Υπεύθυνη χώρου, Institute of Classical Architecture and Art, Νέα Υόρκη

W I T H O U T  A  S H O R E

The painting of Darryl Keith Babatunde Smith or ΔΚΒΣ, in the Greek version of his name and personality, seems to be defined by the many aspects of time. Smith studies languages in order to traverse the time between his own time and the texts of the art he loves. The multilingual titles of his works refer not only to various chapters of mythology and culture, but also to a peculiar bridging between ancient languages and his own, contemporary English. Even the material that he mostly uses – silverpoint, goldpoint or bronzepoint – has passed through centuries from the Northern Renaissance until today. Like the pages from the time of a journal, each of his works is, to him, the encoded memory of a personal moment which has been immersed in ancient Greek sculpture and the myths that birthed it. Between that past and the present, the body stands silent, his own body, depicted in ancient positions that approach painting through the ways of sculpture.

Smith employs posing and the distance of its photographic depiction, engaging both the eye and the mind in the creative process. He begins painting, always, on a large sheet of paper, whose final dimensions, however, are imposed by the work that results and not the other way round, to reject any predetermined frame of creation and deem the blank space of the paper a part of the composition. First with goldpoint and then silverpoint for the darker areas, he weaves his figures in subtle but exceptionally accurate lines, gently touching the thin mineral paper. The gentleness of his technique characterizes the soft outlines that seem to glow with an

internal light, and that visual tenderness almost becomes the subject of his drawings. What is, essentially, embedded in these works is time – the time it took to make them, and the time it takes to view them.

Between the visible and the invisible, Smith’s figures often resemble the unfinished, the non finito, emerging from the paper like the ephemeral traces of a mist blown by a breeze. His works become the place where a valuable and vulnerable line finds refuge from the violence of contemporary images. His opposition to the imposed time of others and the violence

of speed is discernible, besides, in his subject matter. The “lysimeles” side of himself seems to passively resist the rhythms of contemporary reality through the closed eyes of insight and dreaming. And yet, even though his sleeping or recumbent figures allude to the inertia of sleep through well-known sculptures of antiquity, their fragmentary bodies sometimes become wounded torsos because they bear the image of a current amputation, the violence of discontinuity.

That same violence seems to engulf the face of a self-Pentheus in stifling fur on the white of the paper, while the self is protected from another violence within the timeless helmet of an exotic bird. Just like the various works where Smith places his image within the aesthetic influences that have shaped him, the disguises of the self are bold contrasts between the current reality and the reality of myth.

Covering its face with the blank space of paper, the clay color of black-figure pottery, or an expressionless mask, the Self comes into confrontation with the Other through yet another mask, but with a body that’s introverted, that doesn’t respond to the tension of the significant moment. If Darryl Keith Babatunde Smith makes vulnerable figures with his “whispered

lines”, it is because in the Hellenistic sculptures he loves, he saw the courage of the non-ideal, the human passions and flaws. That body “without a shore”, an island-body, is more than the Parthenon’s Ilissos or Michelangelo’s River God; it is Smith himself, crossing time and land.

Elizabeth Plessa

Art historian, art curator and editor of artistic publications

T H E   M Y T H I C   B O D Y

To see the body through Darryl Babatunde Smith’s eyes is to see it as a form ripe for translation. In the curve of a neck he finds Ancient Greek poetry, in the stretch of a shoulder

he discovers Latin musings, in the stiff bend of the knee, German description. A polyglot who glides easily from Greek to German to French, Smith’s work is never divorced from the texts that he voraciously consumes. His depictions are instead enhanced by the richness of his textural muses, as he unearths the images buried in the descriptions of bodies, beauty, and the natural world that fill the writings of Philostratus, Pliny the Elder, Aristophanes, and the Orphic Hymns. As he renders the body on paper, Smith creates an image begging to be read, with the delicacy of his line bringing forth the whispering narratives that underscore his work.

Smith’s multidisciplinary appreciation for the art historical and textual fabric of antiquity is complemented by his choice of medium – Smith works in metalpoint, a material popularized in the Northern Renaissance by artists like Albrecht Dürer and which remains virtually unchanged to date. With small styli of gold, silver, or bronze that yield unerasable marks, Smith creates unchangeable works that carry with them the same permanence of stone. The delicacy of this medium prompts the viewer to look closely at the fine work, craning necks and squinting eyes at the precise and miniature drawings. Such an intimate viewing experience is perhaps alien to the typical process of viewing sculpture, with its large, space defining presence. Yet for Smith, to view his work mimics even the physical act of reading- we lean in, to tease out every line made on paper, to search for Smith’s meaning as he shows us his place in the ancient world.

The sculpture of antiquity that grounds Smith’s work is itself yielded from a text-rich society, and one can hardly be considered without the other. Mythological source material served as a vibrant basis for artistic inspiration, with the stories of heroism, beauty, and tragedy replete with the visual minutiae that made the image of their subjects emerge from the page. Hellenistic sculpture, the product of the artistic era that followed the death of Alexander the Great in 323 BCE, stands apart for its emotive departure from idealism. In the Hellenistic works that Smith drew from, including Sleeping Ariadne and the Crouching Venus de Vienne, the ideal human forms of the classical era change as they contort, soften, and express the passions similarly found in the flourishing written traditions that mirrored the developments of the sculptural world. Smith’s figures appear like ekphrasis leaping off the page, granting visual presence to the literary musings that described the relaxed musculature of sleep, to the crumpled form of embarrassment, to the fleshiness inherent to our human forms.

Through his exploration of both the mythological and present day body, Smith unifies his contemporary identity with the storied visual language of ancient art and text, and coaxes the viewer to translate his visual narratives into their own lexicon of understanding. He simultaneously contemplates the forms of the sculptures as well as his own body’s place within the classical canon through drawing himself in many of the carved poses, casting his own body in the postures observed in the hellenistic sculptural influences. As such, he becomes a member of the narratives that underscore his compositions. He is the King, disguising himself to avoid madness; he is Ariadne, slumbering away under the watchful eye of Bacchus; he is the blinded bird, yearning for a utopian world.

Mollie Wohlforth

Gallery Manager, Institute of Classical Architecture and Art, New York