Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Ζωγραφική

04.12.2018 – 19.01.2019

Τα γλυκά δείχνουν λαχταριστά και οι κοπέλες πίσω από τη βιτρίνα εξυπηρετούν τους πελάτες με επαγγελματισμό και συνέπεια. Υπάρχει αρκετή πελατεία στο κατάστημα και όσοι έχουν φύγει έχουν αφήσει κάτι σαν σκιά ή ανάμνηση πίσω τους. Ένας άντρας αγγίζει απαλά μια ευθυτενή γυναίκα στη μέση –το άγγιγμα φανερώνει μακροχρόνια σχέση, μάλλον είναι παντρεμένοι. Ένα άλλο ζευγάρι προηγείται στην ουρά. Έχουν μαζί τους ένα σκυλάκι που επιχειρεί να κλέψει μια ματιά προς το μέρος μας. Η κοπέλα με τη μακριά φούστα μοιάζει χαρούμενη, αλλά κανείς δεν ξέρει.

Παράξενο. Στο σπίτι της οικογένειας έχει μπει ένας γάιδαρος. Μάλλον είναι από καιρό εκεί, γιατί κανείς δεν δείχνει θορυβημένος. Όχι, σίγουρα είναι δικός τους. Ο άντρας τον καμαρώνει από ψηλά, από το πατάρι-υπνοδωμάτιο που στηρίζεται στις δύο επισφαλείς βιβλιοθήκες. Το κοριτσάκι κοιμάται ήρεμο στο διπλό κρεβάτι των γονιών του. Λογικά ονειρεύεται.

Και άλλα βιβλία. Η συγκεκριμένη βιβλιοθήκη φιλοξενεί στο κάτω κάτω ράφι της έναν φούρνο. Η μαγείρισσα βγάζει τη γάστρα με προσοχή, δεν αστειεύεται κανείς με αυτά τα πράγματα. Σε έναν άλλο πίνακα το είδωλο μιας συναδέλφου της πλησιάζει προσεκτικά για να σερβίρει τη μυθιστορηματική οικογένεια. Ένα ποτήρι βρίσκεται στην άκρη του τραπεζιού. Μια απρόσεκτη κίνηση και θα πέσει.

Κάθε έργο της Αγγελικής Ξυνού είναι και μια μικρή παράξενη ιστορία με άγνωστη αρχή και αβέβαιη εξέλιξη ή, ακόμη περισσότερο, ένα μονόπρακτο το οποίο ο θεατής πρέπει να επανασυνθέσει, να διακρίνει το αόρατο νήμα που συνδέει τα πρόσωπα, τους χώρους και τα γεγονότα, να φτιάξει δηλαδή μια πλοκή. Με παράλληλες σπουδές θεάτρου και ζωγραφικής, η Ξυνού οργανώνει κάθε έργο της σαν σκηνογραφική μελέτη, σαν την ανασύνθεση ενός αφηγηματικού κόσμου με καταγωγή από τη Ρωσία ίσως ή από την κεντρική Ευρώπη των μεγάλων μυθιστορημάτων και θεατρικών, βαθιά ριζωμένου μέσα μας, ο οποίος δεν ολοκληρώνεται στο ανέβασμα επί σκηνής αλλά στη φαντασία του θεατή.

Έτσι, τα αποσπασματικά σπίτια, οι σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά, τα πατώματα με τις μακριές σανίδες, τα πλακάκια σκακιέρα που απλώνονται αργά από την κουζίνα, σαν πλημμυρίδα, απειλώντας να μουσκέψουν το σαλόνι και μαζί τους άγνωστους ενοίκους που παριστάνουν πως δεν τρέχει τίποτα, αναπαράγουν ακριβώς την πλάνη του θεάτρου όπου ό,τι φαίνεται γεμάτο ζωή και αναμνήσεις δεν είναι παρά μια δισδιάστατη κατασκευή χωρίς πνοή εκτός της παράστασης. Ταυτόχρονα, όμως, όπως σε κάθε έργο τέχνης, όλα ετούτα, όλος αυτός ο κόσμος της Αγγελικής Ξυνού που φαίνεται την ίδια στιγμή φυσιολογικός και απόλυτα αλλόκοτος, τρομακτικός και απόλυτα νηφάλιος, καθησυχαστικός και απόλυτα σκληρός, παλαιικός και απόλυτα σύγχρονος, είναι μια πραγματικότητα η οποία μας παγιδεύει και μας μαγεύει.

(Το κείμενο προέκυψε μέσα από μια συζήτηση του συγγραφέα Γιώργου Παναγιωτάκη με τον επιμελητή εκθέσεων Θεόφιλο Τραμπούλη)

Την Tρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018 στις 7.30 μ.μ. εγκαινιάζεται

η έκθεση ζωγραφικής

της

Αγγελικής Ξυνού

Στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών εγκαινιάζεται η δεύτερη ατομική έκθεση ζωγραφικής της Αγγελικής Ξυνού. Στην έκθεση παρουσιάζονται έργα με ακρυλικά και λάδια σε καμβά εκ των οποίων το κάθε ένα αφηγείται και υπαινίσσεται τη δική του ποιητική, παραμυθένια, και θεατρική του ιστορία. Η βαθιά λογοτεχνική παιδεία και καλλιέργεια της εικαστικού είναι έκδηλη προσφέροντάς μας εκπλεπτυσμένα έργα υψηλής αισθητικής και διανοητικών απολαύσεων. Με παράλληλες σπουδές θεάτρου και ζωγραφικής, η Ξυνού οργανώνει κάθε έργο της σαν σκηνογραφική μελέτη, σαν την ανασύνθεση ενός αφηγηματικού κόσμου με καταγωγή από τη Ρωσία ίσως ή από την κεντρική Ευρώπη των μεγάλων μυθιστορημάτων και θεατρικών, βαθιά ριζωμένου μέσα μας, ο οποίος δεν ολοκληρώνεται στο ανέβασμα επί σκηνής αλλά στη φαντασία του θεατή.

Τα γλυκά δείχνουν λαχταριστά…

Ένας άντρας αγγίζει απαλά μια ευθυτενή γυναίκα στη μέση.

Παράξενο. Στο σπίτι της οικογένειας έχει μπει ένας γαϊδαρος.

Και άλλα βιβλία.

Η μαγείρισσα βγάζει τη γάστρα με προσοχή..

Ένα ποτήρι βρίσκεται στην άκρη του τραπεζιού. Μια απρόσεκτη κίνηση και θα πέσει.

Κάθε έργο της Αγγελικής Ξυνού είναι και μια μικρή παράξενη ιστορία με άγνωστη αρχή και αβέβαιη εξέλιξη ή, ακόμη περισσότερο, ένα μονόπρακτο το οποίο ο θεατής πρέπει να επανασυνθέσει, να διακρίνει το αόρατο νήμα που συνδέει τα πρόσωπα, τους χώρους και τα γεγονότα, να φτιάξει δηλαδή μια πλοκή.

Έτσι, τα αποσπασματικά σπίτια, οι σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά, τα πατώματα με τις μακριές σανίδες, τα πλακάκια σκακιέρα που απλώνονται αργά από την κουζίνα, σαν πλημμυρίδα, απειλώντας να μουσκέψουν το σαλόνι και μαζί τους άγνωστους ενοίκους που παριστάνουν πως δεν τρέχει τίποτα, αναπαράγουν ακριβώς την πλάνη του θεάτρου όπου ό,τι φαίνεται γεμάτο ζωή και αναμνήσεις δεν είναι παρά μια δισδιάστατη κατασκευή χωρίς πνοή εκτός της παράστασης. Ταυτόχρονα, όμως, όπως σε κάθε έργο τέχνης, όλα ετούτα, όλος αυτός ο κόσμος της Αγγελικής Ξυνού που φαίνεται την ίδια στιγμή φυσιολογικός και απόλυτα αλλόκοτος, τρομακτικός και απόλυτα νηφάλιος, καθησυχαστικός και απόλυτα σκληρός, παλαιικός και απόλυτα σύγχρονος, είναι μια πραγματικότητα η οποία μας παγιδεύει και μας μαγεύει.

Η έκθεση συνοδεύεται με κείμενο που προέκυψε μέσα από μια συζήτηση του συγγραφέα Γιώργου Παναγιωτάκη με τον επιμελητή εκθέσεων Θεόφιλο Τραμπούλη.